Χρήση ουσιών στην εφηβεία και στην ενήλικη ζωή

Χρήση ουσιών στην εφηβεία και στην ενήλικη ζωή

Η (κατά)χρηση εξαρτησιογόνων ουσιών αποτελεί μια μάστιγα που απασχολεί την κοινωνία μας, καθώς αποτελεί τεράστιο κίνδυνο – κυρίως για τη νεολαία- δημιουργώντας μεγάλο άγχος στους γονείς, οι οποίοι πολλές φορές ζουν με τη φοβία μιας ενδεχόμενης “επαφής” των παιδιών  τους με τον κόσμο των ναρκωτικών.

Υπάρχουν στ’ αλήθεια συγκεκριμένες “οδηγίες” ή “συνταγές” επάνω στο ζήτημα αυτό, οδηγίες που να μπορούν να εξασφαλίσουν ότι ένας νέος άνθρωπος δεν θα προσεγγίσει τις ουσίες ;

Πολλές έρευνες έχουν γίνει επάνω στο θέμα αυτό, κάποιες από τις οποίες εστιάζουν στο ρόλο που διαδραματίζουν οι ισχυροί κοινωνικοί δεσμοί, αλλά και οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, μιας οικογένειας η οποία πιθανώς μπορεί με κάποιους τρόπους να  επιβραβεύει ή να αφήνει ανεξέλεγκτη την αποκλίνουσα από τις κοινωνικές νόρμες συμπεριφορά ενισχύοντάς την επί της ουσίας.

Κατά την εποχή της εφηβείας το άτομο επί της ουσίας προσπαθεί να αυτονομηθεί, να ξεφύγει από την προστασία, τη φροντίδα, αλλά και τον έλεγχο των γονέων. Είναι τότε όπου το νεαρό άτομο εντατικοποιεί την επαφή του με συνομηλίκους, ούτως ώστε να έχει την αίσθηση ότι ανήκει σε μια ομάδα. Ο έφηβος θέλει να νιώσει αποδεκτός, να αισθανθεί ότι συμμετέχει ενεργά σε ένα σύνολο ατόμων με τα οποία άτομα μοιράζεται μια κοινή νοοτροπία ζωής, καθώς και κοινές συμπεριφορές. Όλα αυτά συμβαίνουν κατά την εποχή όπου ο έφηβος σιγά σιγά σχηματίζει μια νέα αντίληψη για τον ίδιο τον εαυτό υιοθετώντας απόψεις, συναισθήματα, αξίες και συμπεριφορές. Το αγόρι ή το κορίτσι στην κρίσιμη εποχή της εφηβείας, λοιπόν, θα επηρεαστεί σαφώς από τον περίγυρό του, δηλαδή από την ομάδα των ατόμων με την οποία συγχρωτίζεται και με την οποία τείνει να μοιράζεται συνήθειες, απόψεις και συμπεριφορές, αφού υπάρχει μια φυσιολογική ανάγκη ομοιογένειας η οποία συνοδεύει την ίδια την ύπαρξη της ομάδας και την ίδια τη συμμετοχή του ατόμου σε μια ομάδα. Ο κοινωνικός μιμητισμός είναι επίσης ένα αδιαμφισβήτητο φαινόμενο που κυριαρχεί πίσω από την επιλογή ακόμα και μιας αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς.

Έτσι, το πρώτο που θα μπορούσε να παίξει καθοριστικό ρόλο είναι το εξής θέμα: ποια είναι τα χαρακτηριστικά της ομάδας των ατόμων στην οποία εντάσσεται ένας έφηβος.

Με άλλα λόγια, αν η ομάδα δεν ασχολείται με ναρκωτικές ουσίες, τότε μειώνονται δραματικά οι πιθανότητες του μέλους να έλθει σε επαφή με το αντικείμενο αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι θα θέλει να νιώθε αποδεκτό από τα υπόλοιπα μέλη της συγκεκριμένης ομάδας. Παράλληλα, μια ομάδα που ακολουθεί τους κοινωνικά αποδεκτούς κανόνες συμπεριφοράς συνήθως δεν αισθάνεται απομονωμένη από το κοινωνικό σύνολο ή τουλάχιστον δεν αισθάνεται σε τέτοιο βαθμό απομονωμένη, ώστε να αναπτύσσει την ανάγκη να προβεί σε χρήση ουσιών που υποθετικά θα “ανακούφιζε” αυτά τα συναισθήματα απομόνωσης, βεβαίως μέσα από καταστροφικές οδούς.

Είναι όμως τυχαία η επιλογή της παρέας ενός εφήβου; αυτή η επιλογή σχετίζεται αποκλειστικά και μόνο με το “τι είναι διαθέσιμο” εκείνη τη στιγμή ή μήπως παίζουν κάποιο ρόλο και τα γονίδια; οι μελέτες έχουν δείξει ότι και οι γονιδιακοί παράγοντες έχουν λόγο κάπου εδώ. Επί παραδείγματι, ένα νεαρό άτομο έχει προδιάθεση να κλείνεται στον εαυτό του/ της, να μη μοιράζεται τις σκέψεις και τα συναισθήματά του / της και τελικά να κόβει τα σχοινιά της επαφής και της επικοινωνίας με το γονικό περιβάλλον. Με αυτόν τον τρόπο, οι γονείς χάνουν τον έλεγχο της ζωής, των επιλογών και των φίλων του παιδιού τους. Ένα νεαρό άτομο έχει μια γονιδιακή προδιάθεση να προσεγγίσει το παραβατικό στοιχείο, αλλά και να απομακρυνθεί, να επιδείξει εσωστρέφεια απέναντι στους γονείς. Συνεπώς, ίσως αυτή η γονιδιακή προδιάθεση εμμέσως οδηγεί στην απώλεια του ελέγχου και στην αδυναμία προστασίας του παιδιού εκ μέρους των γονέων. 

Όσον αφορά στους περιβαλλοντικούς παράγοντες σαφέστατα θα μπορούσε κανείς να τονίσει την έννοια, το ενδιαφέρον, τη ζεστασιά, αλλά και τον έλεγχο εκ μέρους των γονέων, αλλά και το  ρόλο /τη συμπεριφορά / τις επιλογές των αδελφικών προσώπων. Την ίδια στιγμή είναι σημαντικό το κατά πόσον ένα νεαρό άτομο βρίσκεται κοντά στο άσχημο ερέθισμα ή αν έχει εναλλακτικά, δημιουργικά ερεθίσματα τα οποία θα το συγκινήσουν για να ασχοληθεί με αυτά και να εκφραστεί μέσα από αυτά.

Στις περιπτώσεις όπου ο γενετικός παράγοντας υπερισχύει και καθορίζει την επιλογή μιας αποκλίνουσας συμπεριφοράς συχνά έχουμε εφήβους που εξελίσσονται σε ενήλικες οι οποίοι συνεχίζουν ή / και επαυξάνουν σταθερά την παραβατική συμπεριφορά. Ωστόσο, για τους νέους οι οποίοι ενεπλάκησαν στον κόσμο των ουσιών εξ’ αφορμής της επαφής τους με συνομηλίκους, φαίνεται πως δεν είναι σύνηθες να συνεχίζουν την ίδια στάση / επιλογή εφ’ όρου ζωής.

Η γενετική προδιάθεση επί της ουσίας καθοδηγεί σε έναν βαθμό τη δυνατότητα για το γονικό έλεγχο, αλλά και για την επιλογή των σχέσεων με συνομήλικα άτομα με τα οποία υπάρχει ταίριασμα.

Από την άλλη, οι προκλήσεις της ζωής, οι περιβαλλοντικές επιρροές και, ίσως  κυρίαρχα, η διαθεσιμότητα ουσιών στο περιβάλλον, προωθούν ή απομακρύνουν την πιθανότητα επαφής ενός ανθρώπου με τις ουσίες. 

ΠΗΓΕΣ

Moffitt T.E. (1994) Natural Histories of Delinquency. In: Weitekamp E.G.M., Kerner HJ. (eds) Cross-National Longitudinal Research on Human Development and Criminal Behavior. NATO ASI Series (Series D: Behavioural and Social Sciences), vol 76. Springer, Dordrecht.

Joseph L. Nedelec, Insun Park, Ian A. Silver, 2016. The effect of the maturity gap on delinquency and drug use over the life course: A genetically sensitive longitudinal design, Journal of Criminal Justice,
Volume 47, Pages 84-99.

Marceau, K., Horwitz, B.N., Narusyte, J., Ganiban, J.M., Spotts, E.L., Reiss, D. and Neiderhiser, J.M. (2013), Gene–Environment Correlation Underlying the Association Between Parental Negativity and Adolescent Externalizing Problems. Child Dev, 84: 2031-2046.

D. Wayne Osgood, Mark E. Feinberg, Lacey N. Wallace, James Moody, 2014. Friendship group position and substance use, Addictive Behaviors, Volume 39, Issue 5, Pages 923-933,

Hirschi, T. (1969). Causes of delinquency. Berkeley: University of California Press.

Ronald L. Akers & John K. Cochran (1985) Adolescent marijuana use: A test of three theories of deviant behavior, Deviant Behavior, 6:4, 323-346.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.