Επιθετικότητα-βία και κίνδυνος

Επιθετικότητα-βία και κίνδυνος

Στα πλαίσια του μεταπτυχιακού προγράμματος MSc in Forensic Psycyology (Εγκληματολογική Ψυχολογία) το οποίο ολοκλήρωσα ως Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας-Πτυχιούχος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Ουαλίας και Μέλος του Βρετανικού Συλλόγου Ψυχολόγων (British Psychological Society) ένα θέμα που πραγματευτήκαμε ιδιαιτέρως ήταν αυτό της εκτίμησης της ψυχικής υγείας των εγκληματιών. 

Φαίνεται πως η αξιολόγηση της επικινδυνότητας έως ένα βαθμό από ειδικούς στην ψυχική υγεία είναι εφικτή. Με άλλα λόγια, σειρά μελετών, αλλά και η ίδια η ζωή και η εμπειρία έχουν δώσει στοιχεία έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα κανείς να εικάσει το κατά πόσον ένας άνθρωπος έχει τη δυναμική να φθάσει στο έγκλημα.

Προσπαθώντας σε ένα άρθρο αυτού του blog να απλοποιήσω  το θέμα, έτσι ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη κατανόηση και ευστοχία θα πρότεινα να δούμε κάποια βασικά σημεία του ζητήματος.

Πρωτίστως, ας δούμε για λίγο την έννοια της επιθετικότητας, αλλά και ειδικότερα της βίας ως μορφής επιθετικότητας.  Η επιθετικότητα εμπεριέχει το στοιχείο του δόλου, καθώς είναι μια εκούσια συμπεριφορά η οποία έχει στόχευση συγκεκριμένη: να προκαλέσει βλάβη, να δημιουργήσει πόνο, να τραυματίσει. Όταν ο τραυματισμός αφορά στο φυσικό σώμα, τότε μιλάμε για άσκηση βίας.  Η επιθετικότητα ως τάση / χαρακτηριστικό εν ευρεία εννοία δεν είναι ευθύς εξ’ αρχής κατακριτέα, καθώς ο λειτουργικός της ρόλος είναι σημαντικός όσον αφορά στην επιβίωση του ανθρώπινου είδους, υπάρχει εγγενώς και πολλές φορές εμφανίζεται στην πράξη ενστικτωδώς, αναλόγως των ερεθισμάτων που θα την προκαλέσουν. Παράλληλα, κάποιοι βιολογικοί παράγοντες, όπως η αμυγδαλή και ο υποθάλαμος, αλλά και τα επίπεδα τεστοστερόνης, κορτιζόλης και σεροτονίνης  επηρεάζουν τα επίπεδα, αλλά και την έκφραση της επιθετικότητας. Είναι δε ένα μεγάλο θέμα το προς ποιες κατευθύνσεις και με ποιους τρόπους έχει μάθει κανείς να εκφράζει την επιθετική πλευρά της προσωπικότητάς του / της και κατά πόσον, πώς και πότε θα μπορούσε ένας άνθρωπος να εκφράζει με δημιουργικούς τρόπους και αυτήν του την ποιότητα.

Διάφορες θεωρίες έχουν αναπτυχθεί για να εξηγηθεί περισσότερο το φαινόμενο της επιθετικότητας και της βίας. Φαίνεται, πάντως, ότι τα συναισθήματα έντονης δυσφορίας μπορούν να εξωθήσουν έναν άνθρωπο να φερθεί επιθετικά ή / και βίαια, εφόσον θεωρήσει πως η υπόθεση “σηκώνει” βίαιη αντίδραση, αλλά και υπό την προϋπόθεση ότι ο άνθρωπος αυτός έχει μάθει να αντιδρά με αυτόν τον τρόπο για να επιλύει (επιτυχώς;) τα προβλήματά του, πολύ περισσότερο δε εφόσον είχε ως “μοντέλα – πρότυπα” παρατήρησης ανθρώπους που (αντι)δρούσαν ομοίως.  Η έκφραση επιθετικότητας είναι κάτι το οποίο μπορεί να μαθαίνεται από γενιά σε γενιά και να καθίσταται μοτίβο συμπεριφοράς σε κάποιες περιπτώσεις. Έτσι, είναι λογικό πως μπορούμε να ισχυριζόμαστε πως αυτός ο τρόπος αντίδρασης /  έκφρασης άλλο τόσο μπορεί να τροποποιηθεί και να αντικατασταθεί από υγιή πρότυπα συμπεριφοράς μέσα από διαδικασίες που στοχεύουν στη διαχείριση του θυμού και της οργής που κρύβονται πίσω από την επιθετικότητα. Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει κανείς να ξεχνά πως η επιθετικότητα αποτελεί στοιχείο τονισμένο ή μη σε μια προσωπικότητα, κάτι που μπορεί κάλλιστα να διεγερθεί και να προβάλλεται εκφραστικά ακόμα κι ως βία, όχι μόνο εξ’ αφορμής ενός ερεθίσματος που προκαλεί οργή, αλλά και εξ’ αφορμής άλλων συναισθηματικών ερεθισμάτων που μπορεί φαινομενικά να μην μπορούν να συσχετιστούν με την οργή / τη βία / την απειλή, πλην όμως δημιουργούν εσωτερική διέγερση και φέρνουν το “ξύπνημα” της επιθετικής αντίδρασης ή “ετοιμότητας” σε όποιον άνθρωπο έχει αυτό το ψυχολογικό / βιολογικό υπόστρωμα. 

Ο άνθρωπος που βιαιοπραγεί συνήθως έχει ολόκληρο ιστορικό βίαιης  / αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς, με άλλα λόγια δεν διαπράττει κάτι βίαιο για μία μόνο φορά, είναι εκείνος που έχει δώσει δείγματα πρωτύτερα. Μάλιστα, πολλές φορές έχει και ο ίδιος υπάρξει θύμα βίαιης συμπεριφοράς / κακοποίησης στην παιδική / εφηβική ηλικία είτε έχει υπάρξει μάρτυρας επεισοδίων ενδοοικογενειακής βίας. Δεν είναι απαραίτητο να συζητούμε για έναν ψυχικά ασθενή. Πολλές φορές έχουμε μπροστά μας έναν άνθρωπο ο οποίος κάνει κατάχρηση ουσιών ή οινοπνευματωδών ποτών. Συχνά, αλλά όχι πάντα,  ο θύτης είναι άνδρας, έχει χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης και βιώνει σημαντικά οικονομικά ή επαγγελματικά προβλήματα. Μπορεί να είναι εκείνος που θέλει να έχει τον έλεγχο των καταστάσεων, να είναι “αρχηγός”, κατακτητής, αλλά μάλλον δεν ελέγχει τον ίδιο του τον εαυτό ούτε τις αντιδράσεις του.

Βεβαίως οι ψυχωτικές διαταραχές σε επίπεδο ψυχικής ασθένειας εντείνουν τις πιθανότητες  διάπραξης κάποιας βίαιης- εγκληματικής πράξης, ειδικά αν κάποιος ασθενής δεν έχει ξεκινήσει τη θεραπεία ή / και βρίσκεται στην αρχή εκδήλωσης της ασθένειας.

Η βίαιη συμπεριφορά μπορεί επίσης να σχετιστεί με διαταραχές του συναισθήματος, αλλά και με διαταραχές της προσωπικότητας. Από τις τελευταίες, όσον αφορά στην εγκληματική τάση φιγουράρουν πρώτες η αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας, η οριακή, η παρανοειδής, αλλά και η ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας.

Ένας ασθενής μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνος σε περίπτωση συν-νοσηρότητας, αν συνδυάζει δηλαδή για παράδειγμα στοιχεία  μείζονος κατάθλιψης και οριακής ή παρανοειδούς διαταραχής προσωπικότητας, πολύ περισσότερο δε αν καταχράται ουσιών και βρίσκεται σε μια περίοδο όπου αισθάνεται ασυγκράτητο θυμό – επειδή δεν αισθάνεται ικανός και άξιος για κάτι, ίσως επειδή νιώθει έλλειψη ικανοποίησης, ίσως γιατί δεν έχει ανθρώπους κοντά του και νιώθει αδικημένος. Όταν ο (ασθενής) άνθρωπος έχει κακοποιηθεί ή δεν έχει λάβει φροντίδα στην παιδική ηλικία, αλλά και εφόσον υπάρχουν στρεσογόνα βιώματα, τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα. 

Η ψυχοπάθεια είναι μια διαφορετική οντότητα και η επικινδυνότητά της ίσως έγκειται στο ότι ως κλινική και συμπεριφορική κατάσταση κρύβεται συχνά πίσω από ένα προσωπείο υγιούς και φυσιολογικού ανθρώπου, ο οποίος δεν “φαίνεται” να έχει κάποιο πρόβλημα με “γυμνό μάτι” ή με μια “πρόχειρη ματιά” στην όλη του στάση. Οι διαταραχές προσωπικότητας είναι μια άλλη έννοια και δεν προϋποθέτουν την ύπαρξη ψυχοπάθειας, παρόλο που ένας ψυχοπαθής μπορεί να παρουσιάζει στοιχεία κάποιων από αυτές.

Καλό είναι να δίνει κανείς σημασία στη συμπεριφορά των ανθρώπων, να παρατηρεί τη γενικότερη στάση, αλλά και στις αντιδράσεις τους. Πολλές φορές η “κακή στιγμή” αποτελεί κορύφωση μιας κατάστασης που κινείται συστηματικά επάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί. Ίσως δεν έχουμε να κάνουμε πάντα με έναν απλά  “κακό / δύσκολο χαρακτήρα” που “δεν έμαθε να σέβεται τους άλλους / τις γυναίκες”. Ίσως πιο συχνά έχουμε μια κατάσταση πολύ πιο περίπλοκη. Το ζήτημα είναι να μάθουμε να διαβάζουμε- η καλύτερα να υποψιαζόμαστε–  πίσω από τις γραμμές / τα φαινόμενα και να μην μπαίνουμε στο παιχνίδι “του γιατρού” χωρίς να είμαστε γιατροί. Σαφώς παίζουν ρόλο τα κοινωνικά πρότυπα και τα στερεότυπα, οι αντιλήψεις, η κουλτούρα, αλλά και το ψυχολογικό προφίλ, η προσωπικότητα και η αυξημένη πιθανώς τάση κάποιου ατόμου να εκφράζει επιθετικότητα ή βία μέσα από τη συμπεριφορά. Όταν όμως τίθεται θέμα κινδύνου, είναι αρκετό να μένει κανείς στη θεωρία και στις αναλύσεις ή μήπως πρέπει να βρίσκει στρατηγικές αποφυγής μιας ενδεχόμενης κορύφωσης (του δράματος);

Είναι πολύ σημαντικό να απευθύνεται κανείς σε ειδικούς για να συζητήσει, να λάβει μια πιο συγκεκριμένη  συμβουλή, να γνωρίζει τι μπορεί να κάνει περαιτέρω για να διαγνωσθεί  η ύπαρξη ή η απουσία ενός βαθύτερου προβλήματος. Η κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, έχει τα δικά της χαρακτηριστικά και έχει ανάλογη αντιμετώπιση / διαχείριση. Ο  / η κάθε σύντροφος δεν είναι ειδικός ούτε μπορεί να αναλάβει το ρόλο εκείνου που θα “αλλάξει έναν άλλο άνθρωπο για να τον / την κάνει καλύτερο”,  Εξάλλου δεν είναι ο ρόλος του / της συντρόφου αυτός ούτε και είναι πάντα εφικτή η “αλλαγή” ενός ανθρώπου εσωτερικά. Όμως, κυριότερα, το ζήτημα είναι ότι χρειάζεται και μια άλλου τύπου διαδικασία / διάγνωση από επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ούτως ώστε να μη φθάνουν τα πράγματα στο χείριστο σημείο.

Η συζήτηση με έναν / μία ειδικό στο χώρο της ψυχικής υγείας θα μπορούσε να συνεισφέρει στο να γίνουν κατανοητά / πιο ευκρινή κάποια συμπτώματα /  ζητήματα. Περαιτέρω, ειδικοί νευροψυχολόγοι ή κλινικοί ψυχολόγοι ή ακόμα και ψυχίατροι είναι σε θέση, μέσα από εξειδικευμένα ψυχομετρικά εργαλεία και μεθόδους που χειρίζονται να προβαίνουν σε ατομική διάγνωση κατά περίπτωση και να προτείνουν ενδεδειγμένα θεραπευτικά μοντέλα για τους ασθενείς.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.